Μοναχικός και μόνος Καζαντζάκης
Μοναχός, απελπισμένος με την πνοή του θείου,
έτσι με είδαν τα μάτια σου, με άκουσε η ψυχή σου
τα φύλλα των βιβλίων σου έδειξαν το βάθος της ζωής μου,
ξεκίνησε με λύπησες, με δάκρυα, με πράξεις, με κατάρες, με λόγους που με κράτησαν ζεστό
και λυπημένο, μου φανερώσανε το φως, με πήρε το σκοτάδι, με τραγούδησε η γη και ο χρόνος δεν με βλάπτει!
Και ζωήρεψε σιμά, ξανά η θαμπή σου, την λήθη μου δεν ζήλεψαν τα αδικοχαμένα χείλη, μονάχα εσύ αγάπη μου θυμίσου μιαν ώρα, σε καρτερούσα μοναχός και η δίψα μου δεν φτάνει να σε ακουμπήσω με φτερά για να σε ιδώ δική μου!
Δεν είδα καταχνιά βικτωριανή, λονδρέζικη ομίχλη, Αλάσκα, Σιβηρία, χιονιά, ούτε το κέντρο των στερνών μου χρόνων αντίκρυσα, ούτε την επιστήμη
βουνά είδα απάτητα, αετούς θησαυρημένους, η Κρήτη μου έδωσε πνοή, κείνη λογίζω μάνα
το φέγγος της ασπάζομαι, στον νου το κατέω και τραγουδώ τα νιάτα της, σέβομαι τα στερνά της!
Και στις σελίδες ταξίδεψα δίπλα της μαγεμένος, στα βράχια της βαριά πληγωμένος!
Και καρτερώ τον θάνατο, πληγή να με ονομάσει και πιότερο τον καρτερώ με την αθανασία,
αν μου δώσει δίκιο ο αετός, οχιά μην μου μιλήσει
μα αν είναι να μου δώσει τ΄ άδικο ας μου το δώσει τώρα και η πικρά να γενεί, θανή να μ'αναστήσει!
Διότι τα αγάπησα όλα, τα φοβήθηκα όλα και ήλπισα σε όλα!
Μοναχός, απελπισμένος με την πνοή του θείου,
έτσι με είδαν τα μάτια σου, με άκουσε η ψυχή σου
τα φύλλα των βιβλίων σου έδειξαν το βάθος της ζωής μου,
ξεκίνησε με λύπησες, με δάκρυα, με πράξεις, με κατάρες, με λόγους που με κράτησαν ζεστό
και λυπημένο, μου φανερώσανε το φως, με πήρε το σκοτάδι, με τραγούδησε η γη και ο χρόνος δεν με βλάπτει!
Και ζωήρεψε σιμά, ξανά η θαμπή σου, την λήθη μου δεν ζήλεψαν τα αδικοχαμένα χείλη, μονάχα εσύ αγάπη μου θυμίσου μιαν ώρα, σε καρτερούσα μοναχός και η δίψα μου δεν φτάνει να σε ακουμπήσω με φτερά για να σε ιδώ δική μου!
Δεν είδα καταχνιά βικτωριανή, λονδρέζικη ομίχλη, Αλάσκα, Σιβηρία, χιονιά, ούτε το κέντρο των στερνών μου χρόνων αντίκρυσα, ούτε την επιστήμη
βουνά είδα απάτητα, αετούς θησαυρημένους, η Κρήτη μου έδωσε πνοή, κείνη λογίζω μάνα
το φέγγος της ασπάζομαι, στον νου το κατέω και τραγουδώ τα νιάτα της, σέβομαι τα στερνά της!
Και στις σελίδες ταξίδεψα δίπλα της μαγεμένος, στα βράχια της βαριά πληγωμένος!
Και καρτερώ τον θάνατο, πληγή να με ονομάσει και πιότερο τον καρτερώ με την αθανασία,
αν μου δώσει δίκιο ο αετός, οχιά μην μου μιλήσει
μα αν είναι να μου δώσει τ΄ άδικο ας μου το δώσει τώρα και η πικρά να γενεί, θανή να μ'αναστήσει!
Διότι τα αγάπησα όλα, τα φοβήθηκα όλα και ήλπισα σε όλα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου